Άννα Φραγκουδάκη

«Γλώσσα λανθάνουσα - 3 ή γιατί δεν υπάρχουν βουλεύτριες παρά μόνον χορεύτριες;»

Μια αμερικανίδα φεμινίστρια (η Dale Spender) έχει γράψει πως μολονότι ο θεός είναι άυλος, είναι πνεύμα, παρουσιάζεται με αρσενική μορφή σε όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες, γιατί οι «άνθρωποι» τον φαντάζονται κατ' ομοίωσιν του ανθρώπου. Άρα η λέξη άνθρωπος, λέξη που σημαίνει το είδος, σε κάθε χρήση της ανακαλεί την εικόνα μόνο του μισού των ανθρώπων. Όπως γράφαμε και στο προηγούμενο τεύχος η λέξη άνθρωπος σημαίνει τον αρσενικό άνθρωπο.

Αυτή η νοηματική ταύτιση του είδους με το φύλο καθόλου δεν οφείλεται στο ότι το γραμματικό γένος της λέξης είναι αρσενικό. Γιατί στα ζώα π.χ. ο πάνθηρας, ο ελέφαντας, ο λαγός είναι γραμματικά γένους αρσενικού αλλά σημαίνουν και τα δύο γένη του είδους. Και αντίστοιχα η γάτα, η αρκούδα, η τίγρη, η αλεπού επίσης εννοούν και τα δύο γένη του είδους και είναι γραμματικά θηλυκές.

«Η αδερφή μου είναι μητροπολίτης»

Υπάρχουν ιδιότητες που ορίζονται με λέξεις διπλού γένους, ο/η νηπιαγωγός, ο/η δακτυλογράφος. Και μολονότι η μορφή της λέξης στη δημοτική θυμίζει αρσενικό (γι αυτό και οι λαϊκοί άνθρωποι χωρίς εκπαίδευση αυτά τα δευτερόκλιτα θηλυκά σε -ος είτε τα χρησιμοποιούν σαν αρσενικά, ο άμμος, είτε σαν άκλιτα, η οδόςτης οδόςτην οδός), μολονότι λοιπόν η μορφή τους θυμίζει στη δημοτική αρσενικό, σε κάθε ανακοίνωση που γράφει «Ζητείται δακτυλογράφος με γνώσεις αγγλικής» όλοι και όλες καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για προσφορά εργασίας σε γυναίκα. Ο/Η δακτυλογράφος λοιπόν σημαίνει η δακτυλογράφος, ενώ ο/η άνθρωπος κάτι κλωτσάει, κι αν γράψουμε η άνθρωπος, έχουμε κάνει λάθος, δε λέγεται ούτε γράφεται, σαν να μην υπάρχει. Σαν να αντιστοιχεί η λέξη άνθρωπος σε εκείνες τις κοινωνικές ιδιότητες που αιώνες μονοπωλούν οι άντρες με τον αποκλεισμό των γυναικών από την κοινωνική ζωή και τον εγκλεισμό τους στην οικογένεια. Σαν να αντιστοιχεί σε νοήματα που δε στέκουν λογικά γιατί δεν υπάρχουν τα σημαινόμενα στην κοινωνική πραγματικότητα, όπως στις φράσεις «Η αδερφή μου είναι μητροπολίτης», ή ακόμα «Η μητέρα μου ήταν αεροπόρος στον πόλεμο» ή «Έχω μια ξαδέρφη υδραυλικό».

Αν η απουσία λέξεων γένους θηλυκού οφειλόταν στην κοινωνική πραγματικότητα του εγκλεισμού των γυναικών και μόνο, δε θα ήτανε βέβαια αρσενική η λέξη άνθρωπος και μάλιστα σε βαθμό που να μην επιδέχεται να τη χειριστούμε σαν έννοια γενική με δύο γένη. Επιπλέον υπάρχουν πολλές κοινωνικές και επαγγελματικές ιδιότητες που έπαψαν καιρό τώρα να μονοπωλούν οι άντρες, πτυχιούχος, δικηγόρος, γιατρός, ζωγράφος, βουλευτής, υπουργός, πρόεδρος, δήμαρχος. Και όμως ούτε έχουν ούτε καταφέρνουν ν' αποχτήσουν αυτές οι λέξεις θηλυκό. Και κάθε απόπειρα κατασκευής με την αναλογία του θηλυκού αυτών των ιδιοτήτων ακούγεται σαν ανόητη, μοιάζει άχρηστη, χτυπάει περίεργα ή και άσχημα στο αυτί.

Γιάτρισα*, προεδρέσα ή βουλεύτρια μοιάζουν κατασκευές που κάτι εμποδίζει να ακουστούν σαν λέξεις κανονικές. Πράγματι κάτι εμποδίζει τη θηλυκή μορφή, αλλά αυτό το κάτι δεν έχει καμιά σχέση με τη γλώσσα και τις δυνατότητές της ή με το γλωσσικό «αίσθημα» και τις απαιτήσεις του.

Δεν μπορούμε να πούμε μια μηχανική του πολυτεχνείου, λέμε όμως φυσικότατα μια χωρική ορεινής επαρχίας. Δεν καταφέρνει να βρει θηλυκή μορφή η λέξη βουλευτής. Υπάρχουν όμως άλλες αντίστοιχες που όχι μόνον έχουν αποχτήσει θηλυκό, αλλά αυτό μοιάζει κιόλας αυτονόητα κανονικό, καθηγήτρια, εργάτρια, πωλήτρια, γυμνάστρια, τηλεφωνήτρια, χορεύτρια. Ενδιαφέρον δεν είναι; Πόσο εύκολο γλωσσικά και πόσο φυσικό είναι να λέμε χορεύτρια, ενώ δεν μπορούμε να πούμε βουλεύτρια...

Δεν είναι η γλώσσα που εμποδίζει να φτιάξουμε τα θηλυκά με την αναλογία. Ούτε οφείλεται η απουσία θηλυκών στο χρόνο που δεν είναι πολύς ακόμα από τότε που υπάρχουν βουλεύτριες. Η γλώσσα φτιάχνει με μηχανισμούς αυτόματους νέα σημαίνοντα–σημαινόμενα, δηλαδή νέες λέξεις–έννοιες. Η κάθε λέξη γεννιέται μαζί με την έννοιά της και μόλις υπάρξει η έννοια αυτόματα εκφράζεται (γιατί έτσι υπάρχει) με το συνδυασμό ήχων που είναι το όνομά της, που την κάνουν λέξη. Ούτε οι κοσμοναύτες υπήρχαν λίγα χρόνια πριν ούτε οι οικολόγοι, τα φρικιά, οι βατραχάνθρωποι, οι προγραμματιστές και τόσα άλλα, και καμιά γλώσσα στη γη δε συνάντησε καμιά δυσκολία να κάνει λέξεις τις καινούριες έννοιες. Γιάτρισες όμως δεν κατάφεραν να ονομαστούν, κι ας υπάρχουν, ούτε βουλεύτριες ούτε δημάρχισες. Κι ακόμα ούτε καν συγγράφισες, ενώ αυτές τουλάχιστον υπάρχουν και είναι κάμποσες πάνω από έναν αιώνα για να αναφερθούμε μόνο στη δική μας χώρα και γλώσσα.

Τι είναι αλήθεια εκείνο που εμποδίζει να αποχτήσει θηλυκό η λέξη συγγραφέας; Τι είναι εκείνο που μας επιβάλλει εκείνη την ανυπόφορη γενική της συγγραφέα, που μπερδεύει σαν γλωσσοδέτης και μοιάζει σαν λάθος (η συγγραφέας της συγγραφέα); Γιατί δεν τολμάμε να πούμε η συγγράφισα, ποια πρόκληση αποφεύγουμε λογοκρίνοντας το θηλυκό; Γιατί ακούγεται αφύσικα τεχνητό και προκλητικό το συγγράφισα, ενώ είναι τόσο κανονικά, τόσο φυσικά τα μάγισα, φόνισα, βασίλισα, μαγείρισα.

Συγγράφισα, γιάτρισα, προεδρέσα, δικηγορέσα φαίνονται, ακούγονται σαν αδιανόητες κατασκευές. Και συγχρόνως ακούγεται σαν πιο κανονική η θηλυκή εκδοχή σε -ίνα, που υπάρχει στη λαϊκή γλώσσα, αλλά όμως σημαίνει τη σύζυγο του τιτλούχου, π.χ. «η δημαρχίνα και τα δημαρχόπουλα», κι ακόμα «η κυρία Προεδρίνα» απολύτως αντίστοιχη σε άλλη κοινωνική τάξη με την «Κυρά Γιώργαινα». Γι' αυτό ακριβώς αν πούμε η δημαρχίνα για την κάτοχο του δημαρχικού τίτλου και αντίστοιχα η γιατρίνα, η υπουργίνα, από τη μια ακούγονται σαν πιο κανονικά αλλά από την άλλη για τον ίδιο λόγο σαν λιγότερο σοβαρά και λιγότερο σπουδαία. Η προεδρίνα δεν είναι εξίσου αξιοσέβαστη με τον πρόεδρο και η υπουργίνα ή η γιατρίνα έχουν αυτόματα μικρότερο κύρος από τον/την υπουργό ή την/τον γιατρό.

Αυτό που εμποδίζει τις λέξεις να φτιαχτούν δεν είναι η γλώσσα, είναι οι ιδέες. Για να μην καταφέρνουν οι έννοιες να αποχτήσουν τη θηλυκή μορφή τους, για να μη γίνονται αλλαγές στη γλώσσα, θα πρέπει να μη γίνονται αλλαγές στις ιδέες.

Ποιες είναι όμως εκείνες οι ιδέες που εμποδίζουν εμάς τις γυναίκες να πούμε ότι η Μέλπω Αξιώτη είναι μεγάλη συγγράφισα, ή να αποκαλέσουμε διάσημη επιστημόνισα τη Μαρία Κιουρί, ή να μιλήσουμε για τη φίλη μας τη δικηγορέσα και την άλλη τη φίλη μας τη γιάτρισα. Γνωρίζουμε και συναναστρεφόμαστε ακόμα ένα σωρό γυναίκες που ασκούν το επάγγελμα της ιστορικής, της ψυχολόγισας, της μηχανικής, της μαθηματικής, της φιλολόγισας. Αδιέξοδο μοιάζει πράγματι.

Ο γλωσσοδέτης του θηλυκού και η τάξη του κόσμου

Ποιος είναι αλήθεια ο γλωσσοδέτης που εμποδίζει τις γλωσσικές αλλαγές εκείνες που φτιάχνουν τη θηλυκή μορφή των κοινωνικών τίτλων και ιδιοτήτων και γιατί άραγε εμποδίζει μόνο αυτές τις γλωσσικές αλλαγές; Όλα τα γλωσσικά στοιχεία αλλοιώνονται, παραφθείρονται και αλλάζουν ασταμάτητα. Ακόμα και οι παραφθορές των γλωσσικών κανόνων με την επανάληψή τους επιβάλλονται από τη γλωσσική κοινότητα, συνηθίζονται, γίνονται κανονικότητες και στο τέλος μπαίνουν και στη γραμματική και αποτελούν τους νέους γλωσσικούς κανόνες.

Οι αλλαγές όλων των ειδών στη γλώσσα γίνονται γιατί τις επιβάλλουν καινούριες επικοινωνιακές ανάγκες. Οι λέξεις αλλάζουν νόημα και τα νοήματα αλλάζουν λέξη ανάλογα με αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις και τις ιδέες. Η προσφώνηση κύριος π.χ. δηλώνει σεβασμό. Και όμως στο εσωτερικό της κομμουνιστικής κοινότητας η λέξη ήταν κάποτε έντονα προσβλητική και αρκούσε να ονομαστεί κύριος ένας σύντροφος για να καταλάβουν όλοι χωρίς άλλη κριτική μνεία ότι ήταν εχθρός και ανάξιος για μέλος της ομάδας. Όταν κάποιοι φοιτητές αποκαλούσαν τη δεκαετία του '50 καθηγητές τους τότε «καθηγητάς» ή όταν έλεγαν της κυβέρνησης αντί «της κυβερνήσεως» εννοούσαν με αυτή την αδιόρατη αλλαγή στην κατάληξη ότι είναι αριστεροί και αμέσως σαν αριστερούς τους αντιμετώπιζαν και οι ακροατές τους. Το ίδιο κάνουν σήμερα οι φοιτητές παρατονίζοντας τη γενική των ουσιαστικών. Όταν λένε του εστιατόριου, του συμβούλιου ή του πανεπιστήμιου εννοούν ότι έχουν ριζοσπαστικές ιδέες και ότι αμφισβητούν την κατεστημένη τάξη των πραγμάτων. Η λέξη κάλεσμα για συγκεντρώσεις συνηχεί ιδέες αμφισβήτησης, γι' αυτό και δεν τη χρησιμοποιούν εκείνοι που καλούν σε συγκεντρώσεις με χαρακτήρα συντηρητικό (όχι μόνο πολιτικά, αλλά και κοινωνικά, π.χ. των ακαδημαϊκών). Νόημα αμφισβήτησης απέναντι στην ιεραρχία και ανταρσίας απέναντι στην κατεστημένη τάξη μεταδίδει και η λεγόμενη γλώσσα των νέων.

Οι νεολογισμοί δεν ξενίζουν ποτέ και επαναλαμβάνονται με μεγάλη φυσικότητα, όταν είναι λέξεις, όταν είναι σημασίες κοινωνικά ουδέτερες (καταψύκτης, υπολογιστής, φωτοσύνθεση, πολυκλαδικό λύκειο, πύραυλος, διαστημόπλοιο). Σκοντάφτουν όμως σε κοινωνική αντίσταση που μοιάζει γλωσσική, όταν το νόημα παίρνει χάρη στη μορφή των λέξεων την παραπληρωματική σημασία της άρνησης ή κριτικής ιεραρχιών. Τότε η χρήση των λέξεων ξεχωρίζει τις κοινωνικές ομάδες εκείνων που τις χρησιμοποιούν για να δηλώσουν συμμετοχή στην κριτική και την αμφισβήτηση και εκείνων που τις αποφεύγουν νομίζοντας ότι δεν είναι γλωσσικά κατάλληλες (μπάτσος, φρικιό, καραφλιάζω, κολλητός μου, καμάκι, τα φτύνω, κυριλές, μηχανόβιος, βαποράκι, ροκάς).

Οι νεολογισμοί πάντως δημιουργούνται ασταμάτητα για να ονομάσουν κάθε λίγο που εφευρίσκονται καινούρια αντικείμενα, καινούριες κοινωνικές σχέσεις και καινούργιες ιδέες. Μέσα στις καινούριες ιδέες που εκφράζονται με καινούριες λέξεις υπάρχει συχνά στο νόημά τους η αμφισβήτηση των παλιών ιδεών. Ποτέ όμως αυτή η αμφισβήτηση δεν εμποδίζει τις λέξεις να δημιουργηθούν, το αντίθετο μάλιστα. Έτσι δεν έχουμε κανένα άλλο παράδειγμα στην κοινωνία και τη γλώσσα να υπάρχουν έννοιες και να μην έχουν ή να μην καταφέρνουν ν' αποχτήσουν λέξεις. Κανένα παράδειγμα εκτός από τα θηλυκά των κοινωνικών τίτλων.

Τα θηλυκά των κοινωνικών τίτλων δεν κατασκευάζονται επειδή καμιά ομάδα μέσα στην ομιλούσα κοινότητα δεν τις αρθρώνει τις θηλυκές αυτές λέξεις. Το πιο ενδιαφέρον απ' όλα είναι το ερώτημα, γιατί δεν τις αρθρώνουμε εμείς; Εμείς που βλέπουμε καθαρά ότι το αίτιο της απουσίας θηλυκού σε λέξεις τόσο γενικές όσο η λέξη άνθρωπος είναι ο σεξισμός. Το πιο ενδιαφέρον είναι το γιατί κι εμάς (κι εμένα) ηχεί έτσι προκλητική και λιγάκι γελοία η λεκτική κατασκευή «Η φίλη μου η Μαρίνα είναι δικηγορέσα» ή «μηχανολόγισα» ή «ιστορική».

Το βέβαιο πάντως είναι ότι εκείνο που κάνει αυτά τα θηλυκά τόσο δύσκολα στη χρήση, τόσο τεχνητά και προκλητικά δεν είναι η γλώσσα. Εκείνο που οι λέξεις γιάτρισα ή βουλεύτρια προκαλούν δεν είναι το γλωσσικό αίσθημα. Προκαλούν πράγματι αλλά μιαν άλλη «φυσικότητα» μιαν άλλη «κανονικότητα». Εκείνη που κάνει τις ακριβώς ανάλογες γλωσσικά λέξεις μαγείρισα ή χορεύτρια να ηχούν έτσι φυσικές και απόλυτα κανονικές. Η μαγείρισα και η χορεύτρια ταιριάζουν τέλος πάντων στη γυναικεία «φύση». Ενώ υπουργέσα και βουλεύτρια όχι μόνο δεν ταιριάζουν διάβολε στη γυναικεία «φύση», αλλά είναι κιόλας ένα είδος υπεξαίρεσης ιδιοτήτων που «κανονικά» είναι αντρικές. Πρόκειται για λέξεις ενάντια στην τάξη του κόσμου.

Έτσι η αρσενική κατάληξη για να εκφραστεί ο κοινωνικός τίτλος μιας γυναίκας, που είναι γιατρός ή δικηγόρος ή υπουργός, μπορεί να βοηθάει στο να θυμίζει ότι «κανονικά» αυτές δεν είναι δουλειές για γυναίκες. Οι αρσενικές λέξεις βοηθάνε να μένει άθικτη η τάξη του κόσμου, γιατί υπονοούν ότι η παρουσία κάποιων γυναικών σε αυτά τα αντρικά πεδία είναι εξαίρεση και οι κάποιες με τέτοιους τίτλους γυναίκες είναι κι αυτές εξαιρέσεις.

Αν όμως είναι έτσι, τότε είναι αξιοθαύμαστο πόσο μεγάλη δύναμη έχει η γλώσσα. Με πέντε έξι βουλεύτριες και μερικές δεκάδες δικηγορέσες αναταράζεται η τάξη του κόσμου, ενώ παραμένει η «φυσική» ιεραρχία των φύλων άθικτη όσο οι γυναίκες ονομάζονται δήμαρχΟΙ και γιατρΟΙ και συγγραφΕΙΣ...

 

[πηγή: Δίνη, Φεμινιστικό Περιοδικό, τ. 4, 1988, σελ. 42-44]

 

 

*Διατηρήθηκαν οι ορθογραφικές επιλογές του πρωτοτύπου, που εκφράζουν συγκεκριμένες γλωσσικές απόψεις. Για την αποφυγή συγχύσεων, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την ισχύουσα ορθογραφία οι παραγωγικές καταλήξεις -ισσα και -εσσα των θηλυκών γράφονται με -σσ-.

Το παρόν αποτελεί μέρος του ψηφιακού εμπλουτισμού των σχολικών βιβλίων (Ψηφιακό Σχολείο) και διατίθεται μόνο για εκπαιδευτική χρήση και στο πλαίσιο για το οποίο διαμορφώθηκε.